Τρομάζει η σεισμική ησυχία στην Ελλάδα: Οι περιοχές στο κόκκινο και η προειδοποίηση

Τρομάζει η σεισμική ησυχία στην Ελλάδα: Οι περιοχές στο κόκκινο και η προειδοποίηση

Η Ελλάδα είναι μια από τις πιο σεισμογενείς χώρες της Ευρώπης, όμως υπάρχουν περίοδοι που ο «ρυθμός» των ισχυρών δονήσεων πέφτει αισθητά. Αυτή ακριβώς η παρατεταμένη φάση χαμηλής δραστηριότητας είναι που προκαλεί τώρα συζήτηση και προβληματισμό, καθώς αρκετοί επιστήμονες επισημαίνουν ότι η απουσία μεγάλων επιφανειακών σεισμών δεν σημαίνει απαραίτητα και μειωμένο κίνδυνο.

«Κάποιες περιοχές της Ελλάδας, όπως το Ιόνιο, ο Κορινθιακός Κόλπος και το Βόρειο Αιγαίο, πλησιάζουν τα όριά τους για την εκδήλωση ισχυρού σεισμού. Στις περιοχές αυτές, παρότι ανήκουν σε ζώνες υψηλής σεισμικότητας, δεν έχει εκδηλωθεί σεισμός ίσος ή μεγαλύτερος των 6 ρίχτερ εδώ και σχεδόν πέντε χρόνια. Νομίζω ότι για αυτές έχει αρχίσει πλέον μια αντίστροφη μέτρηση…». Με αυτά τα λόγια περιγράφει το φαινόμενο ο σεισμολόγος Γεράσιμος Παπαδόπουλος, δίνοντας το στίγμα μιας εικόνας που, όπως υπογραμμίζει, δεν είναι καθησυχαστική.

«Ο Εγκέλαδος μας χρωστάει σεισμούς και κάποια στιγμή – χωρίς κανείς να γνωρίζει το πότε ακριβώς – θα αρχίσει να δίνει τα χρωστούμενα», συμπληρώνει, περιγράφοντας με απλό τρόπο αυτό που οι σεισμολόγοι συχνά εξηγούν επιστημονικά: ότι η σεισμική ενέργεια δεν εξαφανίζεται, αλλά μπορεί να «δουλεύει» αθόρυβα μέχρι να εκτονωθεί.

Παρότι υπήρξαν δύο σεισμοί μεγέθους 6,1 Ρίχτερ τον περασμένο Μάιο, η γενική εικόνα παραμένει αυτή της ύφεσης. Τα δεδομένα δείχνουν ότι, για σχεδόν τεσσεράμισι χρόνια, καταγράφηκαν ελάχιστα γεγονότα αυτού του μεγέθους, σε μια χώρα όπου, κατά μέσο όρο, εμφανίζεται τουλάχιστον ένας σεισμός ίσος ή μεγαλύτερος των 6 Ρίχτερ κάθε χρόνο. Αυτή η απόκλιση από τον μέσο όρο είναι που κάνει τη «σιωπή» να μοιάζει πιο βαριά.

Η αφετηρία αυτής της περιόδου τοποθετείται στο 2021, χρονιά που έφερε ισχυρές δονήσεις σε διαφορετικές περιοχές. Τον Μάρτιο σημειώθηκαν στο Δαμάσι Τυρνάβου σεισμοί 6,1 και 6,3 Ρίχτερ, ενώ τον Σεπτέμβριο ακολούθησε ο σεισμός των 6 Ρίχτερ στο Αρκαλοχώρι της Κρήτης. Μετά από εκείνη τη χρονιά, η αίσθηση που αποτυπώθηκε στα στατιστικά ήταν μια εμφανής κάμψη στη γένεση μεγάλων σεισμών.

Το 2022, το 2023, το 2024 και το πρώτο μισό του 2025 δεν καταγράφηκε κανένας σεισμός ίσος ή άνω των 6 Ρίχτερ. Η εικόνα έμοιαζε να αλλάζει τον Μάιο του 2025, όταν μέσα σε εννέα ημέρες σημειώθηκαν δύο σεισμοί 6,1 Ρίχτερ στην Ανατολική Κρήτη, ενώ στις 2 Ιουνίου 2025 καταγράφηκε και δόνηση 5,8 Ρίχτερ μεταξύ Ρόδου και Τουρκίας. Τότε πολλοί θεώρησαν ότι η ύφεση τελείωσε.

Ωστόσο, όπως φάνηκε στη συνέχεια, εκείνο το διάστημα λειτούργησε περισσότερο σαν μια περιορισμένη «έξαρση» και όχι ως μόνιμη αλλαγή φάσης. Μετά την άνοιξη, η χαμηλή δραστηριότητα επανήλθε και η συνολική εικόνα παρέμεινε ήρεμη, ειδικά αν κάποιος επικεντρωθεί στους επιφανειακούς ισχυρούς σεισμούς, που συνήθως προκαλούν και τις μεγαλύτερες επιπτώσεις.

«Οπως όλοι γνωρίζουν, ακόμη και εμπειρικά, στη σεισμολογία υπάρχουν περίοδοι σεισμικής ύφεσης και περίοδοι έξαρσης. Οι περίοδοι ύφεσης είναι πιο μακροχρόνιες, μπορεί να διαρκέσουν στην Ελλάδα από αρκετούς μήνες έως και 1-2 χρόνια. Αντίθετα, οι περίοδοι σεισμικής έξαρσης είναι πιο σύντομες, διαρκούν από έναν έως τρεις μήνες, και χαρακτηρίζονται από τη γένεση δύο ή και τριών πολύ ισχυρών σεισμών άνω των 6 ρίχτερ», εξηγεί ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος, βάζοντας το φαινόμενο σε ένα πιο καθαρό πλαίσιο.

«Οταν έχουμε περάσει μια τέτοια περιορισμένη φάση έξαρσης και στη συνέχεια μια περίοδο 7-8 μηνών με πολύ χαμηλά μεγέθη, όπως τώρα – άρα περίοδο ύφεσης –, περιμένουμε κάποια στιγμή μεγαλύτερους σεισμούς». Η επισήμανση αυτή δεν είναι πρόβλεψη ημερομηνίας, αλλά υπενθύμιση μιας τάσης: όταν η δραστηριότητα μένει χαμηλή για μεγάλο διάστημα, αυξάνεται η πιθανότητα να έρθει κάποια στιγμή ένα ισχυρότερο επεισόδιο.

Σημείο που υπογραμμίζεται ιδιαίτερα είναι ότι οι σεισμοί του Μαΐου – Ιουνίου είχαν χαρακτηριστικά διαφορετικά από αυτά που ο κόσμος συναντά συχνότερα. «Αυτό το μικρό διάλειμμα από τη σεισμική ησυχία είχε κάποια πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ηταν τρεις σεισμοί που έγιναν σχεδόν απανωτά, σε περιορισμένη γεωγραφική έκταση, και ήταν και οι τρεις ενδιάμεσου βάθους. Να υπενθυμίσουμε ότι οι περισσότεροι σεισμοί στην Ελλάδα είναι επιφανειακοί σεισμοί. Αρα, η σεισμική ησυχία γενικά στη χώρα συνεχίζεται, και συνεχίζεται η άπνοια σε επιφανειακούς ισχυρούς σεισμούς».

Η «άπνοια» αυτή, ειδικά σε ζώνες υψηλής σεισμικότητας, ανοίγει τη συζήτηση για τη συσσώρευση ενέργειας. «σε ζώνες υψηλής σεισμικότητας συσσωρεύεται πλέον σημαντικό ποσό σεισμικής ενέργειας. Στο Ιόνιο, στον Κορινθιακό Κόλπο, στο Βόρειο Αιγαίο έχει περάσει πολύ καιρός χωρίς τέτοιους ισχυρούς επιφανειακούς σεισμούς. Πιο συγκεκριμένα, αυτές οι ενεργές σεισμικά ζώνες πλησιάζουν τα όριά τους χρονικά για να δώσουν έναν τέτοιο σεισμό. Εκεί πιστεύω ότι υπάρχει μια αντίστροφη μέτρηση».

Ταυτόχρονα, ο ίδιος τονίζει πως δεν πρέπει να δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι «αν περιμένουμε κάτι» σε συγκεκριμένα σημεία, άλλα μέρη είναι ασφαλή ή μπορούν να αφεθούν. «δεν παύει να ισχύει το γενικό δόγμα ότι η αντισεισμική προστασία δεν πρέπει να χαλαρώνει κάπου επειδή περιμένουμε πιθανότερα κάπου αλλού ένα φαινόμενο. Αλλωστε, η έκταση της Ελλάδας δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη, οπότε μπορούμε να δώσουμε την προσοχή μας παντού με την ίδια ένταση».

Με λίγα λόγια, η σεισμική «ησυχία» μπορεί να φαίνεται ανακουφιστική στην καθημερινότητα, όμως επιστημονικά δεν αντιμετωπίζεται ως εγγύηση. Η ουσία είναι να μην αλλάζει η επαγρύπνηση: ενημέρωση, συντήρηση κτιρίων, εφαρμογή κανόνων και σοβαρή αντισεισμική κουλτούρα, γιατί το «πότε» παραμένει πάντα άγνωστο.