ΜΟΛΙΣ ΜΑΘΕΥΤΗΚΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΜΙΧΟ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

ΜΟΛΙΣ ΜΑΘΕΥΤΗΚΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΜΙΧΟ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

Η υπόθεση της 12χρονης στον Κολωνό αποτελεί χωρίς αμφιβολία μια από τις πιο σκοτεινές, αποτρόπαιες και κοινωνικά τραυματικές σελίδες στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού εγκλήματος. Η φρίκη που βίωσε ένα παιδί κάτω από συνθήκες ασύλληπτης κακοποίησης, εκπόρνευσης και συστηματικής εκμετάλλευσης συγκλόνισε το πανελλήνιο, φέρνοντας στην επιφάνεια τα πιο νοσηρά κυκλώματα που λυμαίνονται την κοινωνία μας. Ωστόσο, πέρα από τη φρικτή πραγματικότητα των πράξεων, η πορεία της δικαστικής διερεύνησης και συγκεκριμένες κινήσεις λειτουργών της Θέμιδος έχουν αφήσει βαρύτατα ερωτηματικά, τροφοδοτώντας την ευρεία λαϊκή πεποίθηση ότι η υπόθεση επιχειρήθηκε να «κουκουλωθεί» προκειμένου να προστατευτούν ισχυρά πρόσωπα και κυκλώματα.

Στο επίκεντρο αυτής της θύελλας βρέθηκε η Εισαγγελέας της έδρας, η πρόταση της οποίας κατά τη διάρκεια της δίκης προκάλεσε σοκ, οργή και αγανάκτηση κατακραυγή από φορείς, νομικούς και την κοινή γνώμη. Η στάση και οι νομικές επισημάνσεις της εισαγγελικής λειτουργού άνοιξαν τον δρόμο για συζητήσεις γύρω από την απονομή της πραγματικής δικαιοσύνης, επαναφέροντας στο προσκήνιο τα σκοτεινά ερωτηματικά γύρω από τη περίφημη λίστα των «πελατών» που, κατά κοινή ομολογία, παραμένει μέχρι σήμερα «στα αζήτητα».

Η πρόταση-σοκ της εισαγγελέως και η απαλλαγή για τον βιασμό

Όταν το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο κλήθηκε να αξιολογήσει το αποδεικτικό υλικό και τις μαρτυρίες για τον βασικό κατηγορούμενο, τον 55χρονο Ηλία Μίχο, η πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Παρά τις καταλυτικές καταθέσεις ειδικών παιδοψυχιάτρων και ψυχολόγων που παρακολουθούσαν το ανήλικο θύμα επί χρόνια και βεβαίωσαν ότι το παιδί λέει την απόλυτη αλήθεια για τα όσα φρικτά υπέστη, η εισαγγελική λειτουργός εισηγήθηκε την απαλλαγή του Μίχου από το βαρύτατο κακουργηματικό αδίκημα του βιασμού.

Η εισαγγελική πρόταση προκάλεσε κύμα αγανάκτησης, καθώς περιόριζε την ποινική ευθύνη του βασικού πρωταγωνιστή σε άλλα αδικήματα, επιδιώκοντας ουσιαστικά να αποσυνδέσει τον ίδιο από τον πυρήνα της σεξουαλικής βίας που κατήγγειλε το παιδί, επιρρίπτοντας μάλιστα το μεγαλύτερο βάρος της μαστροπείας αποκλειστικά στη μητέρα της ανήλικης. Νομικοί κύκλοι και κόμματα έκαναν λόγο για μια «προκλητική και εξοργιστική» στάση, η οποία ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα στοιχεία της δικογραφίας και τις κραυγές αγωνίας ενός παιδιού που οδηγήθηκε στην κόλαση. Η απόπειρα αυτή να «ελαφρυνθεί» η θέση του βασικού κατηγορουμένου ενίσχυσε την αίσθηση ότι η Δικαιοσύνη λειτούργησε επιλεκτικά, αφήνοντας στο απυρόβλητο πτυχές της υπόθεσης που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ευρύτερες αποκαλύψεις.

Το μεγαλύτερο «αγκάθι» και η πιο ένοχη σιωπή γύρω από την υπόθεση του Κολωνού αφορά τη θρυλική πλέον λίστα των εκατοντάδων «πελατών» που φέρεται να είχαν πρόσβαση στην ανήλικη. Σύμφωνα με τις δικογραφικές αναφορές και τις πληροφορίες που είχαν διαρρεύσει από την αρχή των ερευνών, γινόταν λόγος για έναν κατάλογο που περιλάμβανε δεκάδες ή και εκατοντάδες ονόματα «πελατών» – ανθρώπων υπεράνω πάσης υποψίας, επαγγελματιών, πολιτικών, επωνύμων και τοπικών παραγόντων που πλήρωναν ή αντάλλασσαν υπηρεσίες για να κακοποιήσουν το παιδί.

Ωστόσο, παρά το μέγεθος του σκανδάλου, η συντριπτική πλειονότητα αυτών των ανθρώπων δεν πέρασε ποτέ το κατώφλι της ανάκρισης με την απαιτούμενη αυστηρότητα. Ενώ ο Ηλίας Μίχος, γνωρίζοντας το βάρος των ενοχών του αλλά και τα πρόσωπα που εμπλέκονταν, φέρεται να είχε αφήσει να εννοηθεί με νόημα στις αρχές πως «θα σας πάρω όλους μαζί μου», η απειλή αυτή λειτούργησε τελικά ως ασπίδα προστασίας. Αντί για μια ευρείας κλίμακας κάθαρση και τη διαπόμπευση όλων όσων συμμετείχαν στα «ραντεβού της φρίκης», η έρευνα φάνηκε να σταματά σε έναν κλειστό πυρήνα κατηγορουμένων, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος του κυκλώματος στο σκοτάδι.

Η κοινωνία παρακολούθησε εμβrόνητη μια ομερτά σιωπής να στήνεται γύρω από τα ονόματα της λίστας. Πώς είναι δυνατόν ένα παιδί να εκδίδεται συστηματικά επί μήνες σε δεκάδες ανθρώπους και τελικά στη δικαστική αίθουσα να λογοδοτεί μόνο μια χούφτα ατόμων; Η απάντηση, κατά κοινή ομολογία των πολιτών και των ανεξάρτητων παρατηρητών, κρύβεται στις διασυνδέσεις, στην έλλειψη πολιτικής και θεσμικής βούλησης για πραγματική κάθαρση και στον φόβο της αποκάλυψης του «βαθέος κράτους» που κρυβόταν πίσω από τις προσόψεις της γειτονιές.

Η υπόθεση του Κολωνού δεν είναι απλώς μια ποινική υπόθεση· είναι το σύμπτωμα μιας κοινωνίας που νοσεί, η οποία πολλές φορές προτιμά να θυσιάζει τα πιο ευάλωτα μέλη της προκειμένου να προστατεύσει τους «ισχυρούς» της. Η στάση των δικαστικών λειτουργών, όπως η Εισαγγελέας με την επίμαχη πρότασή της, μπήκε στο στόχαστρο της κριτικής επειδή απέτυχε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να αφουγκραστεί το αίσθημα δικαίου.

Ο λαός, οι γονείς, οι συλλογικότητες και οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν ξέχασαν και δεν πρόκειται να ξεχάσουν. Τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα: Ποιοι ήταν τελικά οι 224 «πελάτες»; Ποιοι προστάτευσαν το κύκλωμα; Και πώς μπόρεσε η ελληνική Δικαιοσύνη να κλείσει τα μάτια μπροστά σε ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα κατά της παιδικής ηλικίας;

Η αλήθεια μπορεί να θάφτηκε προσωρινά κάτω από δικογραφίες και ευφημισμούς, αλλά η κραυγή της 12χρονης παραμένει ανοιχτή πληγή στη συνείδηση της χώρας, υπενθυμίζοντας πως η πραγματική κάθαρση δεν έχει έρθει ακόμα.