Έφυγε μόνος κ παρατημένος σήμερα το ξημέρωμα ο ζεν πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου
Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία το απόγευμα της Τρίτης (10/03). Γύρω στις 17:00, σε μια Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια, ο Γιώργος Μαρίνος άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 87 ετών. Με την αποχώρησή του, δεν κλείνει απλώς ένας κύκλος· γκρεμίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα της ελληνικής showbiz όπως την ξέραμε. Ο Μαρίνος δεν ήταν ένας απλός τραγουδιστής ή ένας παρουσιαστής. Ήταν ο άνθρωπος που εφηύρε τη λέξη “performer” στην Ελλάδα, ο καλλιτέχνης που έφερε το Broadway στην Πλάκα και ο άνθρωπος που δίδαξε τι σημαίνει να είσαι απόλυτος κυρίαρχος της σκηνής.
Τα τελευταία χρόνια, η σιωπή γύρω από το όνομά του ήταν συνειδητή επιλογή. Ο Γιώργος Μαρίνος, ο άνθρωπος που λάτρευε τα φώτα και τα χειροκροτήματα, αποφάσισε να αποσυρθεί στο δικό του «κάστρο», μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά που παραμένει αξεπέραστη. Σήμερα, η αυλαία πέφτει οριστικά, και το κενό που αφήνει είναι αδύνατον να αναπληρωθεί.
Η «Μέδουσα» και η επανάσταση της ελληνικής νύχτας
Αν υπήρχε ένας χώρος που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο «ναός» του Γιώργου Μαρίνου, αυτός ήταν αναμφισβήτητα η «Μέδουσα» στην Πλάκα. Εκεί, για περισσότερες από δύο δεκαετίες, ο Μαρίνος δημιούργησε ένα δικό του σύμπαν. Δεν ήταν απλώς ένα νυχτερινό κέντρο, ήταν ένα σχολείο αισθητικής. Εκεί, ο Γιώργος Μαρίνος δεν έβγαινε απλώς να τραγουδήσει. Έστηνε ολόκληρες παραστάσεις, με κοστούμια που έκοβαν την ανάσα, χορογραφίες επιπέδου εξωτερικού και έναν διάλογο με το κοινό που όμοιό του δεν είχαμε ξαναδεί στην Ελλάδα.
Ο Μαρίνος είχε το σπάνιο χάρισμα να «διαβάζει» την ψυχή του θεατή. Μπορούσε να σε κάνει να κλάψεις με μια σπαρακτική ερμηνεία του στον «Ηθοποιό» του Μάνου Χατζιδάκι και δευτερόλεπτα μετά να σε κάνει να λυθείς στα γέλια με ένα καυστικό, σχεδόν αυτοσαρκαστικό σχόλιο. Ήταν ο πρώτος που εισήγαγε το stand-up comedy στην ελληνική διασκέδαση, πολύ πριν ο όρος γίνει μόδα. Η σχέση του με το κοινό ήταν ερωτική, αλλά και απαιτητική. Στη «Μέδουσα», ο νόμος ήταν ένας: ο Γιώργος. Δεν επέτρεπε τη φασαρία, δεν επέτρεπε την ασέβεια προς την τέχνη του.
Οικογένεια Ρομά μέσα σε απάτη με χρυσές λίρες! Στην βίλα τους είχαν μέχρι και ελικοδρόμιο
Παράλληλα, οι συνεργασίες του με ιερά τέρατα της μουσικής, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Γιάννης Σπανός και αργότερα ο Σταμάτης Κραουνάκης, του χάρισαν τραγούδια-σταθμούς. Από το «Κάνε μου λιγάκι μούτρα» μέχρι το «Ποιος δρόμος είναι ο δικός μου», ο Μαρίνος δεν τραγουδούσε απλώς· ερμήνευε με κάθε ίνα του σώματός του. Χρησιμοποιούσε τα χέρια του, το βλέμμα του και τη χαρακτηριστική, αέρινη κίνησή του για να δώσει ζωή στις λέξεις, μετατρέποντας κάθε τραγούδι σε ένα μικρό θεατρικό μονόπρακτο.
Ο Γιώργος Μαρίνος δεν ήταν μόνο ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, αλλά και ένας εξαιρετικά γενναίος άνθρωπος. Σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία ήταν βυθισμένη στον συντηρητισμό και τα ταμπού, ο ίδιος δεν δίστασε να μιλήσει ανοιχτά για την προσωπική του ζωή και την ταυτότητά του. Δεν το έκανε με διάθεση πρόκλησης, αλλά με μια βαθιά ανάγκη για ειλικρίνεια και αξιοπρέπεια. Ήταν μια πράξη απελευθέρωσης που άνοιξε δρόμους για ολόκληρες γενιές, κερδίζοντας τον σεβασμό ακόμα και εκείνων που αρχικά τον αντιμετώπιζαν με καχυποψία.
Στη δεκαετία του ’90, η ιδιωτική τηλεόραση βρήκε στο πρόσωπό του τον απόλυτο οικοδεσπότη. Το «Ciao ANT1» και το «Bravissimo» παραμένουν μέχρι σήμερα τα σημεία αναφοράς για τα μεγάλα φαντασμαγορικά shows. Με το αστείρευτο χιούμορ του, την ταχύτητα της σκέψης του και την ικανότητά του να διαχειρίζεται το ζωντανό πρόγραμμα σαν να ήταν μια παρτίδα σκάκι, ο Μαρίνος έκανε την Ελλάδα να καθηλώνεται κάθε Κυριακή βράδυ μπροστά στους δέκτες. Ήταν ο σταρ που δεν χρειαζόταν να το φωνάξει, γιατί η λάμψη του ήταν αυταπόδεικτη.
Όμως, πίσω από τα φώτα, τα στρας και τα ασταμάτητα χειροκροτήματα, υπήρχε πάντα ένας άνθρωπος μοναχικός. Ο ίδιος είχε δηλώσει πολλές φορές πως η μοναξιά ήταν η πιο πιστή του σύντροφος. Μετά την οριστική του απόσυρση, αυτή η μοναξιά έγινε η ασπίδα του. Τα σενάρια για την υγεία του, το πού βρισκόταν και ποιος τον φρόντιζε απασχόλησαν έντονα τα ΜΜΕ, όμως εκείνος είχε καταφέρει το ακατόρθωτο: να παραμείνει ένας ζωντανός μύθος που δεν «τσαλακώθηκε» από τη φθορά του χρόνου ή την παρακμή της δημοσιότητας.