ΜΟΛΙΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΕ: ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΟΙ ΠΛΗΡΩΜΕΣ

ΜΟΛΙΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΕ: ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΟΙ ΠΛΗΡΩΜΕΣ

Σε πληρωμές 1,38 δισ. ευρώ σε 2,68 εκατ. δικαιούχους θα προχωρήσουν e-ΕΦΚΑ και ΔΥΠΑ από τις 22 έως και τις 26 Ιουνίου 2026.

Ειδικότερα, από τον e-ΕΦΚΑ:

Στις 22 Ιουνίου θα καταβληθούν 14.416.099,71 ευρώ σε 29.766 δικαιούχους για πληρωμή παροχών.

Στις 25 Ιουνίου θα καταβληθούν 1.321.836.309,25 ευρώ σε 2.612.951 δικαιούχους για πληρωμή κύριων και επικουρικών συντάξεων Ιουλίου 2026.

Από τις 22 έως 26 Ιουνίου θα καταβληθούν συνολικά 14.500.000 ευρώ σε 650 δικαιούχους σε συνέχεια έκδοσης αποφάσεων για εφάπαξ:

Από τη ΔΥΠΑ θα καταβληθούν:

15.000.000 ευρώ σε 25.000 δικαιούχους για καταβολή επιδομάτων ανεργίας και λοιπών επιδομάτων.

1.000.000 ευρώ σε 1.500 μητέρες για επιδοτούμενη άδεια μητρότητας.

16.000.000 ευρώ σε 15.000 δικαιούχους στο πλαίσιο επιδοτούμενων προγραμμάτων απασχόλησης.

50.000 ευρώ σε 85 δικαιούχους φορείς για προγράμματα κοινωφελούς χαρακτήρα.

«Κρύβομαι ρε ζωή μου, δεν θέλω να πάω μέσα τζάμπα» – Οι διάλογοι-σοκ του δολοφόνου των Χανίων με τη σύζυγό του πριν τη σύλληψη

Μια συγκλονιστική αποτύπωση των δραματικών στιγμών που προηγήθηκαν της σύλληψης του καθ’ ομολογίαν δολοφόνου της Σταυρούλας Λεβεντάκη φέρνει στο φως της δημοσιότητας η δημοσιογραφική έρευνα. Πρόκειται για έναν αυθεντικό, αποκαλυπτικό διάλογο ανάμεσα στον Σκοπιανό δράστη και τη σύζυγό του, ο οποίος διεξήχθη σε χρόνο που ο ίδιος καταζητούνταν, αρχικά για υπόθεση ναρκωτικών, ενώ το θρίλερ της εξαφάνισης της άτυχης γυναίκας βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη.

Το ηχητικό και γραπτό αυτό ντοκουμέντο, το οποίο περιλαμβάνεται πλέον στη δικογραφία, ξεγυμνώνει την ψυχολογική κατάσταση του δράστη, ο οποίος, πνιγμένος από τις ενοχές και τον τρόμο της αποκάλυψης, προσπαθούσε απεγνωσμένα να ξεφύγει από την τσιμπίδα του νόμου. Την ίδια στιγμή, οι διάλογοι καταγράφουν με ανατριχιαστική λεπτομέρεια την πλήρη άγνοια της συζύγου του, η οποία, τυφλωμένη από την αγάπη και την εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του, επιχειρούσε να τον καθησυχάσει, αγνοώντας το αποτρόπαιο έγκλημα που εκείνος είχε διαπράξει.

Το χρονικό του τρόμου και η ψυχολογία της φυγής
Στο ξεκίνημα της επικοινωνίας τους, η οποία έγινε από τηλεφωνικό αριθμό που δεν ανήκε στον δράστη, είναι εμφανές ότι ο Σκοπιανός βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτου πανικού. Η σύζυγός του, προσπαθώντας να τον κρατήσει ψύχραιμο, του ανακοινώνει αμέσως ότι η οικογένεια έχει ήδη κινητοποιηθεί νομικά. «Έχουμε βάλει δύο-τρεις δικηγόρους, μην αγχώνεσαι, όλα καλά», του λέει χαρακτηριστικά.

Ωστόσο, ο δράστης, γνωρίζοντας το μέγεθος του εγκλήματός του –κάτι που η γυναίκα του αδυνατούσε να διανοηθεί– απαντά με φράσεις που προδίδουν τον απόλυτο τρόμο του: «Κρύβομαι ρε ζωή μου, δεν θέλω να πάω μέσα τζάμπα». Η λέξη «τζάμπα» χρησιμοποιείται εδώ ως μια απέλπιδα προσπάθεια του ίδιου να υποβαθμίσει τις υποψίες που βάραιναν το όνομά του, ενώ η σύζυγός του, θεωρώντας τον αθώο, υπερθεματίζει: «Δεν θα πας μέσα, δεν έχουνε βρει τίποτα, τίποτα δεν έχουνε βρει».

Η άρνηση της πραγματικότητας από την πλευρά της συζύγου λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας για τον καταζητούμενο. Η ίδια τονίζει επανειλημμένα ότι οι αρχές δεν έχουν στοιχεία, αναφερόμενη σε έρευνες που είχαν γίνει τις προηγούμενες ημέρες: «Δεν έχεις ενοχοποιηθεί, είπανε αυτοί που ήτανε στην Αθήνα προχθές δεν βρήκανε τίποτα στο σπίτι, δεν βρήκανε τίποτα αγάπη μου, γιατί έφυγες;». Η απάντηση του δράστη είναι αφοπλιστική και συμπυκνώνει όλη την ενοχή του: «Φοβάμαι ρε ζωή μου».

Οι σκληρές εκφράσεις για το θύμα και η νομική στρατηγική
Ένα από τα πιο σοκαριστικά στοιχεία του διαλόγου είναι ο τρόπος με τον οποίο η σύζυγος αναφέρεται στη Σταυρούλα Λεβεντάκη, την ώρα που η τύχη της γυναίκας αγνοούνταν και οι έρευνες βρίσκονταν στο σκοτάδι. Μην μπορώντας να φανταστεί ότι ο άνδρας της την είχε δολοφονήσει, και θεωρώντας ότι ο σύζυγός της υποφέρει εξαιτίας των υποψιών που έπεφταν πάνω του, ξεσπά σε υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς:

«Όχι, όχι, όχι, θα την βρούνε, θα την βρούνε την πατσαούρα αγάπη μου… Θέλω να είσαι καλά για μια πατσαούρα, για μια πατσαούρα, εμείς είμαστε, έχουμε τρελαθεί, για την Σταυρούλα, δεν έχεις κάτι να κρύψεις ζωή μου».

Οι φράσεις αυτές αποδεικνύουν το μέγεθος της χειραγώγησης ή της τυφλής πίστης που επικρατούσε στο οικογενειακό περιβάλλον του δράστη. Η σύζυγος, θεωρώντας το θύμα υπεύθυνο για την αναστάτωση και την εμπλοκή του ονόματος του άνδρα της, τον πιέζει να της πει πώς θέλει να χειριστούν την κατάσταση νομικά. Του προτείνει μάλιστα να δηλώσει την εξαφάνισή του ή να εμφανιστεί στις αρχές, με τον ίδιο να επιλέγει τη συνέχιση της κρυψίνας, δίνοντας σαφείς οδηγίες για το τι θα ειπωθεί στον δικηγόρο: «Πάρτονε και πες του αυτός έχει φύγει από το σπίτι, έχει φοβηθεί και κρύβεται».

Το πλήρες κείμενο των διαλόγων-ντοκουμέντο
Παρακάτω παρατίθεται αυτούσιο το αποκαλυπτικό ντοκουμέντο της συνομιλίας, όπως καταγράφηκε από τις αρχές, λίγο πριν την τελική σύλληψη του Σκοπιανού στα Χανιά:

Σύζυγος: Ορίστε;
Σκοπιανός: Έλα αγάπη.
Σύζυγος: Έλα αγάπη μου.
Σκοπιανός: Σ’ αγαπάω ρε ζωή μου.
Σύζυγος: Σ’ αγαπάω μην αγχώνεσαι έχουμε βάλει δύο – τρεις δικηγόρους, μην αγχώνεσαι όλα καλά.
Σκοπιανός: Κρύβομαι ρε ζωή μου δεν θέλω να πάω μέσα τζάμπα.
Σύζυγος: Δεν θα πας μέσα, δεν θα πας δεν έχουνε βρει τίποτα, τίποτα δεν έχουνε βρει.
Σκοπιανός: Δεν θα πάω μέσα.
Σύζυγος: Δεν θα πας δεν θα το αφήσουμε έχουμε βάλει δύο δικηγόρους του (…) μην αγχώνεσαι καθόλου.
Σκοπιανός: Και κρύβομαι.
Σύζυγος: Εντάξει καλά κάνεις, μην στεναχωριέσαι.
Σκοπιανός: Να σκοτωθώ στο λόγο μου.
Σύζυγος: Όχι όχι όχι θα την βρούνε θα την βρούνε την πατσαούρα αγάπη μου, εγώ και η (…) σε περιμένουμε, έχουμε τρελαθεί για εσένα αυτές τις μέρες, για την (…) και για εμένα και για την (…) σε παρακαλώ.
Σκοπιανός: Εντάξει.
Σύζυγος: Δεν υπάρχουνε όλα στα μέσα τα ακούω, όλα τα μαθαίνω, τώρα άκουγα τα πάντα τα πάντα τα πάντα.
Σκοπιανός: Εντάξει ψυχούλα μου.
Σύζυγος: Σ’ αγαπώ μην αγχώνεσαι μην αγχώνεσαι, έχουμε βάλει δικηγόρους εντάξει;
Σκοπιανός: Εντάξει.
Σύζυγος: Τι νούμερο είναι αυτό;
Σκοπιανός: Δικό μου είναι μην δίνεις σημασία.
Σύζυγος: Εντάξει ζωή μου που βρίσκεσαι;
Σκοπιανός: Κρύβομαι [ακατάληπτο] δεν θέλω να μπω μέσα.
Σύζυγος: Δεν θα μπεις μέσα, δεν θα σε αφήσουμε, δεν έχεις ενοχοποιηθεί, είπανε αυτοί που ήτανε στην Αθήνα προχθές δεν βρήκανε τίποτα στο σπίτι δεν βρήκανε τίποτα αγάπη μου γιατί έφυγες;
Σκοπιανός: Φοβάμαι ρε ζωή μου.
Σύζυγος: Μην φοβάσαι δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα, δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα μην φοβάσαι.
Σκοπιανός: Εντάξει αγάπη μου σ’ αγαπώ.
Σύζυγος: Θέλεις να δηλώσω την εξαφάνισή σου; Θες να εμφανιστείς; Τι θέλεις να κάνεις; Ότι θέλεις, ότι μου πεις, θες να το πω στον δικηγόρο έχω βάλει δύο δικηγόρους του (…).
Σκοπιανός: Πάρτονε και πες του αυτός έχει φύγει από το σπίτι έχει φοβηθεί και κρύβεται.
Σύζυγος: Ωραία να το πω αυτό στον δικηγόρο ότι μίλησα μαζί σου; Και ότι έχει φοβηθεί τόσο πολύ και κρύβεται να δούμε πως θα το αντιμετωπιστούμε;
Σκοπιανός: Ναι αγάπη.
Σύζυγος: Σ’ αγαπώ είσαι η ζωή μου, η (…) ήταν εδώ πριν κλαίγαμε μαζί, μην μας τρελαίνεις άλλο.
Σκοπιανός: Όχι δεν θέλω κανένα να τρελάνω.
Σύζυγος: Όχι όχι, θέλω να είσαι καλά για μια πατσαούρα για μια πατσαούρα, εμείς είμαστε, έχουμε τρελαθεί, για την Σταυρούλα, δεν έχεις κάτι να κρύψεις ζωή μου, δεν έχεις κάτι να κρύψεις αγάπη μου.
Σκοπιανός: Εντάξει αγάπη μου εντάξει ψυχή μου.
Σύζυγος: Όλα έχουμε βάλει δικηγόρους μην αγχώνεσαι μην αγχώνεσαι, εγώ θα το πω στον δικηγόρο θα μιλήσω, φοβήθηκε κρύβεται θα το αντιμετωπίσουμε σωστά, θα σε πάρω σε αυτό το νούμερο ή θα σου στέλνω μήνυμα, στείλε μου μήνυμα εντάξει;
Σκοπιανός: Στείλε μου εσύ άμα είναι εντάξει;
Σύζυγος: Εγώ θα σου στείλω αγάπη μου, έζησα πάλι έζησα πάλι.
Σκοπιανός: Σ’ αγαπώ.
Σύζυγος: Και εγώ σ αγαπώ, κάτσε να πάρω την (…) τώρα τώρα την παίρνω
Σκοπιανός: Τα λέμε γεια γεια.
Σύζυγος: Σ’ αγαπώ γεια γεια γεια.
Η ανατροπή και η ομολογία που σόκαρε το Πανελλήνιο
Λίγες ώρες μετά από αυτή τη συνομιλία, οι αστυνομικοί της Ασφάλειας Χανίων κατάφεραν να εντοπίσουν και να συλλάβουν τον Σκοπιανό. Αν και αρχικά η σύλληψη αφορούσε την εμπλοκή του σε υπόθεση ναρκωτικών, η στενή πολιορκία των ανακριτικών αρχών και τα ακλόνητα στοιχεία που άρχισαν να συγκεντρώνονται γύρω από την εξαφάνιση της Σταυρούλας Λεβεντάκη, λύγισαν τον δράστη.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο άνθρωπος που στο τηλέφωνο δήλωνε ότι «φοβάται» και ότι «δεν θέλει να πάει μέσα τζάμπα», ομολόγησε με κάθε λεπτομέρεια πώς αφαίρεσε τη ζωή της άτυχης γυναίκας, παγώνοντας το πανελλήνιο. Η αποκάλυψη της αλήθειας γκρέμισε σαν χάρτινος πύργος τις αυταπάτες της συζύγου του, η οποία πίστευε ότι ο σύντροφός της καταδιώκονταν άδικα για το τίποτα. Ο διάλογος αυτός παραμένει ένα μνημείο της ανθρώπινης αντίφασης: από τη μία πλευρά η απόλυτη ενοχή που κρύβεται πίσω από τον πανικό, και από την άλλη η τυφλή αφοσίωση που φτάνει στο σημείο να εξυβρίζει ένα θύμα δολοφονίας, στο όνομα μιας ανύπαρκτης αθωότητας.