Μαρτυρίες σοκ για την οικογένεια της 16χρονης Λόρα
Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο μπαμπάς της ανήλικης είχε πληρώσει αρκετά λεφτά για να τη βγάλει από μονάδα για κακοποιημένα παιδιά στη Γερμανία και ότι «είχαν έρθει στην Ελλάδα γιατί τον έψαχναν τον πατέρα της»
Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται οι έρευνες της ΕΛ.ΑΣ. για τον εντοπισμό της 16χρονης Λόρα, η οποία εξαφανίστηκε από την Πάτρα στις 8 Ιανουαρίου. Τα κινητά της τηλέφωνα παραμένουν απενεργοποιημένα, όπως και οι λογαριασμοί της στα social media, γεγονός που δυσκολεύει σημαντικά το έργο των Αρχών.
Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία, οι αστυνομικοί εκτιμούν ότι η ανήλικη βρίσκεται στην Αθήνα και ειδικότερα στην ευρύτερη περιοχή του Ζωγράφου, χωρίς να αποκλείεται ακόμη και το ενδεχόμενο να διαμένει εντός της Πανεπιστημιούπολης. Την ίδια ώρα, μαρτυρίες συμμαθητριών και γειτόνων ρίχνουν φως στις συνθήκες ζωής της 16χρονης, σκιαγραφώντας μια καθημερινότητα με ένταση και δυσκολίες.
«Πιεζόταν πάρα πολύ με τον μπαμπά της»
Συμμαθήτριά της μιλώντας στο MEGA ανέφερε: «Μου είχε πει ότι ο μπαμπάς της κοιτάει το κινητό της και της βάζει κάτι όρια. Γενικά ήταν πολύ μυστηριώδης, δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Απλά ξέρω ότι γενικά δεν ήθελε πολύ να συναναστρέφεται με τον μπαμπά της. Μπορεί να μιλούσαμε και να μου έλεγε “πρέπει να κλείσω γιατί έρχεται ο πατέρας μου και δε θέλω να με δει με το κινητό”. Σε όλα αυτά που γίνονταν νομίζω ότι είχε μια ουδέτερη σχέση (σ.σ. η μητέρα). Δεν είχε κάτι ιδιαίτερα, μόνο θα τη μάλωνε καμιά φορά, καμία σχέση με τη σχέση που είχε με τον πατέρα της».
Η ίδια ανέφερε και συγκεκριμένα περιστατικά: «Μας περιέγραφε κάτι περιστατικά» όπως ότι «τη μάλωνε πάρα πολύ εύκολα, αν δεν έκανε τις δουλειές του σπιτιού, τα πιο απλά. Τις απλές δουλειές, όχι κάτι φοβερό. Της φώναζε πάρα πολύ, της έπαιρνε το κινητό με το παραμικρό. Της είχε πει “πλύνε τα πιάτα”, δεν τα έπλενε και της έπαιρνε το κινητό».
Και συμπλήρωσε: «Την πίεζε πάρα πολύ, πιεζόταν πάρα πολύ με τον μπαμπά της. Η μαμά της, απ’ ό,τι ξέρω, σε όλα αυτά είχε μια ουδέτερη σχέση. Δε μας είχε πει κάτι ιδιαίτερο για τη μαμά της, κυρίως για τον μπαμπά της μας έλεγε. Φόραγε πάντα φούτερ και τζιν, και ας είχε ζέστη. Ήθελε μακριά ρούχα. Φόραγε τα ίδια ρούχα ανά δύο μέρες, δεν είναι ότι την πρόσεχαν και πολύ».
«Δεν αντέχω άλλο, δεν ξέρω τι να κάνω»
Παλιά συμμαθήτριά της περιέγραψε μια συνομιλία που διακόπηκε απότομα: «Από τον μπαμπά της μας έλεγε συνέχεια ότι (δεχόταν) ψυχολογική βία, δηλαδή τη μάλωναν για τα πιο απλά. Μας έλεγε ότι “δεν αντέχω άλλο, δεν ξέρω τι να κάνω”. Μου έλεγε “έρχεται ο πατέρας μου, πρέπει να σε κλείσω, δεν πρέπει να με δει”. Δηλαδή της έπαιρναν το κινητό. Της ασκούσε πολλή ψυχολογική βία. Θυμάμαι χαρακτηριστικά που μιλούσαμε και έλεγε ότι “oh my God, he is coming (σ.σ. ο πατέρας), πρέπει να σε κλείσω γιατί θα με μαλώσει που είμαι με το κινητό”. Και γενικά δεν ήθελε να τον συναναστρέφεται πολύ, να του μιλάει πολύ».
«Είχαν έρθει στην Ελλάδα γιατί έψαχναν τον πατέρα της»
Η ίδια συμμαθήτρια σημείωσε: «Γενικά ήταν πάρα πολύ κλειστό παιδί και γενικά την είχε δυσκολέψει πάρα πολύ η αλλαγή από Γερμανία-Ελλάδα. Και ήθελε προφανώς σε κάποιον να μιλήσει».
Και πρόσθεσε: «Μας είχε πει ότι την είχε πάρει μία μονάδα για κακοποιημένα παιδιά. Μας έλεγε ότι ο μπαμπάς της είχε πληρώσει αρκετά λεφτά για να τη βγάλει. Μας έλεγε κιόλας ότι είχαν έρθει στην Ελλάδα, γιατί τον έψαχναν τον πατέρα της».
«Ήθελε πάντα να βρίσκει τρόπους να βγάζει λεφτά»
Η παλιά της συμμαθήτρια ανέφερε επίσης: «Έψαχνε πάντα τρόπους να βγάλει λεφτά, γιατί εμάς μας είχε πει ότι “εγώ θέλω να φύγω από το σπίτι όταν μεγαλώσω”». Και συμπλήρωσε: «Μας το είχε πει ότι εγώ θέλω να φύγω από το σπίτι όταν μεγαλώσω. Μας το είχε πει κιόλας».
Η μαρτυρία της γειτόνισσας
Γειτόνισσα της οικογένειας περιέγραψε τη Λόρα ως ένα «εξαίρετο κοριτσάκι» που «δεν έβγαινε πολύ». Και πρόσθεσε πως «το πήγαιναν σχολείο το ξαναέπαιρναν. Δεν το έβλεπες να φεύγει μόνο του από εδώ, από εκεί. Πως φεύγουν τα παιδιά τα δικά μας. Όχι, τίποτα. Για αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση όταν άκουσα ότι χάθηκε το παιδί».
Η ίδια δήλωσε πως έμαθε για την εξαφάνιση «από την τηλεόραση». Όπως είπε, «εδώ μια πόρτα και δεν ήξερα (σ.σ. για την εξαφάνιση). Ούτε και αυτοί μου είπαν “ξέρεις χάσαμε το παιδί μας”».
Μαρτυρία κατοίκου της περιοχής
Τέλος, κάτοικος της περιοχής ανέφερε: «Το έβλεπα το κοριτσάκι συνέχεια καμία εικοσαριά μέρες, έναν μήνα, να κάθεται στο πεζούλι μόνο του και κάτι περίμενε κάθε πρωί. Και είχε τρεις-τέσσερις μέρες που καθόταν μόνο του. Με κοίταγε κάθε πρωί. Ερχόταν νωρίς 7:30 ήταν εδώ».